Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

το πάθος της παπαρούνας

Θα ήθελα να ήσουν κακός.  Ποταπός,  μηδαμινός.  Αλήτης και ψεύτης.  Κοινός και κενός.

Ας ήσουν έστω αδιάφορος.  Από εκείνους τους συνηθισμένους,  καθημερινούς ανθρώπους που περνούν από δίπλα σου και δεν γυρίζεις τη ματιά σου.  Από εκείνους που φλυαρούν.  Που το παίζουν.  Από εκείνους που πωλούν τουπέ και μούρη.

Μα εσύ,  εσύ έχεις την ανατολή και τη δύση μέσα σου.  Το φως της Άνοιξης,  τα μπουκωμένα σύννεφα του Χειμώνα,  το χρυσαφένιο του Καλοκαιριού. Το πάθος της παπαρούνας,  την υπομονή του νούφαρου,  την ανυπομονησία της αμυγδαλιάς,  το ψυθίρισμα του ποταμού,  την ορμητικότητα του χείμμαρου,  τη γαλήνη της λίμνης.

Θα ήθελα να ήσουν αδιάφορος,  να μη σε σκέφτομαι,  να μη σε επιθυμώ.

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

χρειάζομαι

Σα μικρές κίτρινες ανοιξιάτικες νιφάδες,  η ανάσα και το γέλιο σου βουλώνουν τις τρύπες μου.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Κάιρο

Πορτοκάλι.
Δυό μαύρα χέρια ξετυλίγουν το μπλέ χαρτί μιας σοκολάτας,  κόβουν με τα δάχτυλα μία μπάρα,  την φέρνουν κάτω από μια σειρά λευκοκίτρινα δόντια,  δαγκώνουν.  Χύνεται από μέσα ο πολτός του πορτοκαλιού.

Ταξιδεύουν ως το Κάιρο,  με βαλίτσες γεμάτες βρώμικα,  πουτανίστικα όνειρα.

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

ικανοποίηση

Ψήνω σ ένα μικρό φτηνό φουρνάκι,  μικροσκοπικά,  χρωματιστά,  λουλουδιασμένα όνειρα.  8 λεπτά ακριβώς για να μην είναι ούτε ωμά ούτε πολυψημένα.

Μετά,  φοράω μια λευκή πετσέτα στο λαιμό μου,  και  καταπίνω δίχως μάσημα.

Τα κόκκαλα που έχουν απομείνει,  τα σκαλίζω με μια παλιά μεταλλική οδοντογλυφίδα,  σκάβω και σκαλίζω έως ότου αφαιρέσω όλο το μεδούλι.