Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

η χώρα μου καταρέει

Κι έτσι όπως οι άνθρωποι ένιωθαν με σιγουριά να πετούν στον αέρα,  να ονειρεύονται,  να έχουν συναισθήματα,  να βλέπουν χρώματα,  να γελούν δυνατά η χώρα τους κατέρευσε.
Τα μάτια τους έσβησαν,  η δύναμη τους χάθηκε,  το παραμύθι είχε φτάσει στην τελευταία του σελίδα και ο λύκος είχε φάει γιαγιά και κοκκινοσκουφίτσα χωρίς κανένας κυνηγός να έρθει να τους σώσει.
Το χαμόγελο έφυγε,  το ίδιο και η διάθεση για οποιοδήποτε παιχνίδι.
Ήρθαν από χώρες μακρινές κάποιοι γιατροί,  κούνησαν το κεφάλι  και είπαν πως αυτό λέγεται ''μελαγχολία''.
Στην ερώτηση κάποιων,  για το αν υπάρχει το σχετικό γιατρικό,  οι γιατροί αυτοί ξανακούνησαν το κεφάλι.
Όχι δεν υπήρχε φάρμακο.
Όταν μια χώρα καταρέει,  οι άνθρωποι της αντιδρούν κάπως έτσι.  Άλλοι κλαίνε και χτυποιούνται κι άλλοι βουβαίνουν σ ένα κλάμα σιωπηλό.
Οι πιό αισιόδοξοι μιλούν για μια ''φάση''  που με τον καιρό θα περάσει.

Οι πιό απαισιόδοξοι έχουν ανοίξει τα τεφτέρια παρελθόντων ετών και χαμογελούν σαν ηλίθιοι.  Ή κοιτούν το ταβάνι διαβάζοντας που και που ποιήματα.  Μεταξύ τους φοβούνται ακόμη και να το ξεστομίσουν για το αδιέξοδο και για το τέλμα.  Πονούν,  πονούν βουβά και πολύ.

Ξυπνούν το πρωί,  χωρίς ιδανικά και θέλω.  Είναι στο σπίτι γιατί από την δουλειά έχουν απωληθεί,  ή το μαγαζί τους έχει εδώ και καιρό κλείσει.  Φτιάχνουν τον δεύτερο καφέ κι ακούν ραδιόφωνο τα Σάββατα,  ή βλέπουν τα πρωινάδικα τις καθημερινές στην τηλεόραση.
Γλύφουν ότι μέχρι τώρα έφτυναν.

Έχουν σύνδεση με το διαδίκτυο και το χρησιμοποιούν σαν ένα αχανές καφενείο.  Λένε καμμιά άποψη,  
και χαίρονται όταν δυο τρεις ''φίλοι''  τους κάνουν like.
Ενίοτε σηκώνονται από την καρέκλα για να φτιάξουν λίγο φαγητό,  να πλύνουν τα πιάτα,  να σκουπήσουν τα φύλλα που έμπασε ο αέρας από το παράθυρο.

Ένας φίλος μου είπε χθες πως τα επόμενα χρόνια,  έχουμε χρέος να ξαναχτίσουμε ότι καταστρέψαμε.
Συγγνώμη αν είμαι αρνητική,  μα φοβάμαι πως δεν έχουμε περιθώρια πια.

Τέλος χρόνου,  το παραμύθι έχει φτάσει στην τελευταία του σελίδα και μακάρι να βγω ψεύτρα.


Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

η συμφωνία των ονείρων

''Δε σε αναγνωρίζω,  Νίκη,  δε σε αναγνωρίζω!''
Εκείνη βουβάθηκε προς στιγμή κι απάντησε χαμηλόφωνα:

''Ίσως...  Έχουν αλλάξει άλλωστε τόσα και τόσα,  μπορεί κι ο κόσμος όλος,  πράγματα που θεωρούσαμε κάποτε ακούνητα και αιώνια,  που δεν πιστεύαμε ποτέ ότι αλλάζουν...''

από την ''συμφωνία των ονείρων'' του Νίκου Θέμελη

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

διαδίκτυο

Μια μαύρη τρύπα,  όπου ρίχνουμε τα όνειρα μας,  παλεύοντας να επιδείξουμε αυτή την διάσταση μας που κανένας ως τώρα δεν αποδέχτηκε.

Με άλλα λόγια ένας άλλος τρόπος επιβεβαίωσης του εγώ μας.


Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

νέοι χάρτες

Ήμουν σε τόπους όπου κανείς δε θέλει να μένει πολύ.

Ήταν ένα κρεββάτι που έκανε το σώμα μου βαρύτερο τις νύχτες.
Σεντόνια από σκληρό βαμβάκι κι από ένα ολόλευκο πλαστικό σπασμένο σε κομμάτια.
Ένα παράθυρο που έμπαζε τον αέρα της πόλης,  μια αυλή που μύριζε καφέ και τσιγάρο για αυτούς που αγωνιούσαν,  ένα βάζο με τριαντάφυλλα,  μια γυναίκα με ιστορία,  ο τρελλός άντρας της,  η χωρισμένη κόρη,  η γελαστή αδερφή,  το σκοτωμένο αγόρι,  τα νεύρα,  το άγχος,  η ακράτεια,  το συρτάρι με τα χάπια.
Κάθε βράδυ έπινε μια χούφτα χάπια,  έπιανε αγκαλιά το μαξιλάρι και δεν άλλαζε πλευρό ως το πρωί.
Είχε φωνή ζεστή και μάτια σβησμένα που ήθελαν να ζήσουν.

Μια άλλη γυναίκα μας έφερνε να φάμε νερό και ψωμί.  Μια φορά μου υποσχέθηκε μια τεράστια γαβάθα με νερό και βρασμένο πολύ λεπτό μακαρονάκι που το λένε φιδέ. Με ρώτησε αν ήταν νόστιμο και της είπα ευχαριστώ!

Κάποιοι άνδρες έραβαν τους αστραγάλους μου,  και μετά ένας από αυτούς μου τους τύλιξε μ έναν επίδεσμο που δεν είχε αρχή και τέλος.  Ξερνούσαν υγρά και ιώδιο.

Τις νύχτες πηδούσα από το παράθυρο,  από μια χαραμάδα που άφηνα επίτηδες ανοιχτή από το πρωί.
Η γυναίκα με τα λευκά ρούχα φώναζε ξοπίσω μου με μια φωνή τσιριχτή που έκανε αντίλαλο σε όλο το θάλαμο.

Έφτασα στα μισά της συμφωνίας των ονείρων και τα πέρασα κι όλας.  Μόνο που έφτασα ως εκεί και σταμάτησα.

Μούδιασα από τη μέση και κάτω,  και ενώ μπορούσα να κουνήσω τα δάχτυλα των ποδιών μου,  φοβήθηκα πως δε θα ξαναφτάσω ποτέ σε οργασμό.  Εν τω μεταξύ η στεγνή,  ξανθιά αναισθησιολόγος μου σκάλιζε τα κόκκαλα ενώ προσπαθούσε να μου πουλήσει τη νέα μέθοδο νάρκωσης.

Επέστρεψα στο σπίτι με δέκα μελανώματα στην κοιλιά,  αλλά καλά.
Με κεφαλαία!

Τρεις ολόκληρες μέρες ήμουν ευτυχισμένη,  μέχρις ότου άρχισα να ψάχνω τους χάρτες που έκρυβα κάτω από το μαξιλάρι μου.  Νέοι τόποι,  νέες οδοί.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

κάθε πρωί



Καταργοῦμε τὰ ὄνειρα
Χτίζουμε μὲ περίσκεψη τὰ λόγια
Τὰ ροῦχα μας εἶναι μιὰ φωλιὰ ἀπὸ σίδερο
Κάθε πρωὶ
Χαιρετᾶμε τοὺς χθεσινοὺς φίλους
Οἱ νύχτες μεγαλώνουν σὰν ἁρμόνικες
-Ἦχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(Ἀσήμαντες ἀπαριθμήσεις
-Τίποτα, λέξεις μόνο γιὰ τοὺς ἄλλους.
Μὰ ποῦ τελειώνει ἡ μοναξιά;)

Μανώλης Αναγνωστάκης

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

live, love, laugh

H ώρα πλησιάζει,  η βαλίτσα μου είναι έτοιμη,  ένα βιβλίο,  πυτζάμες,  οδοντόβουρτσα / οδοντόπαστα, κλάμερ,  παντόφλες,  εσώρουχα,  κινητό,  ταυτότητα,  γυαλιά,  πορτοφόλι.

Θέλω να σου πω,  πως θα ήθελα η ζωή μου να ήταν αλλιώς,  πιο γελαστή,  πιο έντονη,  πιο ερωτική,  πιο καριερίστικη..

Σ ευχαριστώ που είσαι κάθε δευτερόλεπτο δίπλα μου,  λυπάμαι αν δε κατάφερα να σου δώσω το 100%

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

εσύ είσαι το λάθος

Αρπάζομαι από μια κατάσταση για το ελάχιστο που θα τη ζήσω..
Το τέλος είναι φυσικό επακόλουθο.
Η ανάγκη της επαφής αλλά και η μη επίτευξη της επίσης.

Είναι φορές που θέλω να σε βουτήξω από τους ώμους και να σου φωνάξω..
είμαι εδώ δε με βλέπεις;

Δεν ξέρω αν είναι η επιβεβαίωση της αποδοχής που έχω ανάγκη ή η απελπιστική σκέψη πως η ζωή μου έτσι μοναχική θα τελειώσει όπως ξεκίνησε.